Skip to main content

Τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι πολύ αυστηροί ή αμελείς, είναι κατά μέσο όρο 1,5 κιλό βαρύτερα από εκείνα των οποίων οι γονείς είναι «σταθεροί αλλά στοργικοί», ανακάλυψαν οι επιστήμονες.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα παιδιά που δεν λαμβάνουν αρκετή στοργή από την οικογένειά τους μπορεί να στραφούν στο φαγητό για να καλύψουν το κενό.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα που αφορούσαν περισσότερα από 10.000 παιδιά στο Ηνωμένο Βασίλειο που λήφθηκαν εδώ και δύο δεκαετίες.
Η γονεϊκή συμπεριφορά χωρίστηκε σε τέσσερις τύπους με βάση ερωτηματολόγια που συμπληρώθηκαν από γονείς και παιδιά, στην πρώτη μελέτη του είδους: Εξουσιαστικοί (γονείς που διατηρούν σαφή όρια αλλά είναι επίσης θερμοί), αυταρχικοί (γονείς που διατηρούν αυστηρή πειθαρχία και δείχνουν λίγη ζεστασιά), επιτρεπτικοί (γονείς με ενσυναίσθηση αλλά θέτουν λίγους κανόνες) και αμελείς ή απαθείς (γονείς που δεν εμπλέκονται συναισθηματικά και βάζουν ελάχιστους κανόνες).
Διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με αυταρχισμό (εξουσιαστικοί γονείς) ή αμέλεια μέχρι την ηλικία των 7 ετών είχαν περισσότερες πιθανότητες να ζυγίσουν πάνω από 3 κιλά περισσότερο από εκείνα που μεγάλωναν με πιο ζεστή ανατροφή.
 
Η συσχέτιση φάνηκε σε όλες τις ηλικίες, σύμφωνα με τα ευρήματα που παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο για την Παχυσαρκία στη Μελβούρνη.
Οι συγγραφείς της μελέτης λένε ότι η έλλειψη ζεστασιάς που σχετίζεται με την αυταρχική και αμελή ανατροφή των παιδιών, μπορεί να έχει ως συνέπεια να μην αναπτύσσεται σωστά η ικανότητα του παιδιού να αυτορρυθμίζει την πρόσληψη τροφής, δηλαδή να τρώει όταν πεινά και να σταματά να τρώει όταν είναι χορτασμένο. Πάνω από το 25% των παιδιών είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα όταν ξεκινούν το δημοτικό σχολείο, ποσοστό που φτάνει το 40% μέχρι τη στιγμή που θα πάνε στο γυμνάσιο.
Η Alexa Segal από το Imperial College Business School του Λονδίνου, είπε ότι τα ευρήματα δείχνουν την επιρροή που έχουν τα στυλ ανατροφής των παιδιών στη σχέση τους με το φαγητό. «Οι αυταρχικές μητέρες χαρακτηρίζονται από απαιτήσεις και έλεγχο, δεν έχουν ζεστασιά και ανταποκρίνονται σε μικρό βαθμό στις ανάγκες των παιδιών. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στο να μην ανταποκρίνονται στα σημάδια της πείνας του παιδιού τους, για παράδειγμα μη επιτρέποντάς του να επιλέξει ένα σνακ όταν πεινάει ή/και επιβάλλοντας τον έλεγχο της πρόσληψης τροφής στο παιδί, π.χ. πιέζοντάς το να καθαρίσει το πιάτο του ενώ δεν πεινάει. Αυτός ο έλεγχος έχει ως αποτέλεσμα το παιδί να μην αναπτύσσει τη δική του ικανότητα να ρυθμίζει μόνο του την ενεργειακή του πρόσληψη, που σημαίνει ότι όταν βρει την κατάλληλη ευκαιρία μπορεί να το παρακάνει με το φαγητό».
 
ΠΗΓΗ: onmed.gr